Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deploy
01
ανεπτυγμένος, τοποθετώ
to position soldiers or equipment for military action
Transitive: to deploy soldiers or equipment somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deploy
γ΄ ενικό πρόσωπο
deploys
ενεστώτα μετοχή
deploying
απλός αόριστος
deployed
παθητική μετοχή
deployed
Παραδείγματα
The general decided to deploy the troops along the perimeter for a defensive stance.
Ο στρατηγός αποφάσισε να αναπτύξει τα στρατεύματα κατά μήκος της περιμέτρου για αμυντική στάση.
02
ανάπτω, εφαρμόζω
to put into use or action
Transitive: to deploy equipment or resources
Παραδείγματα
The company decided to deploy its new marketing strategy to increase brand awareness.
Η εταιρεία αποφάσισε να αναπτύξει τη νέα της στρατηγική μάρκετινγκ για να αυξήσει την ευαισθητοποίηση της μάρκας.
Λεξικό Δέντρο
deployment
redeploy
deploy



























