Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deploy
01
ανεπτυγμένος, τοποθετώ
to position soldiers or equipment for military action
Transitive: to deploy soldiers or equipment somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deploy
γ΄ ενικό πρόσωπο
deploys
ενεστώτα μετοχή
deploying
απλός αόριστος
deployed
παθητική μετοχή
deployed
Παραδείγματα
After the briefing, the general deployed his soldiers to various strategic points.
Μετά την ενημέρωση, ο στρατηγός ανέπτυξε τους στρατιώτες του σε διάφορα στρατηγικά σημεία.
02
ανάπτω, εφαρμόζω
to put into use or action
Transitive: to deploy equipment or resources
Παραδείγματα
The manager instructed the team to deploy their problem-solving skills to address the issue.
Ο διαχειριστής διέταξε την ομάδα να αξιοποιήσει τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων τους για να αντιμετωπίσει το ζήτημα.
Λεξικό Δέντρο
deployment
redeploy
deploy



























