demonstrable
de
di
mons
ˈmɒns
mons
tra
trə
trē
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "demonstrable"στα αγγλικά

demonstrable
01

αποδεικτός, εμφανής

clearly and easily understood 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demonstrable
συγκριτικός βαθμός
more demonstrable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lawyer will present demonstrable evidence to the jury to support his client's innocence. 

Ο δικηγόρος θα παρουσιάσει αποδεικτικές αποδείξεις στους ένορκους για να υποστηρίξει την αθωότητα του πελάτη του.

02

αποδεικτός, επιδεικτός

having the ability to be proven 
Παραδείγματα
His argument was demonstrable with solid data that confirmed his predictions. 

Το επιχείρημά του ήταν αποδεικτικό με στερεά δεδομένα που επιβεβαίωναν τις προβλέψεις του.

Λεξικό Δέντρο

demonstrability
demonstrably
demonstrable
demonstr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store