Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demonstrable
01
αποδεικτός, εμφανής
clearly and easily understood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demonstrable
συγκριτικός βαθμός
more demonstrable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lawyer will present demonstrable evidence to the jury to support his client's innocence.
Ο δικηγόρος θα παρουσιάσει αποδεικτικές αποδείξεις στους ένορκους για να υποστηρίξει την αθωότητα του πελάτη του.
Παραδείγματα
His argument was demonstrable with solid data that confirmed his predictions.
Το επιχείρημά του ήταν αποδεικτικό με στερεά δεδομένα που επιβεβαίωναν τις προβλέψεις του.
Λεξικό Δέντρο
demonstrability
demonstrably
demonstrable
demonstr



























