Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confirmable
01
επιβεβαιώσιμος, επαληθεύσιμος
capable of being proven or validated through facts, evidence, or reliable sources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confirmable
συγκριτικός βαθμός
more confirmable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The alibi was confirmable with time-stamped security footage.
Το άλλοθι ήταν επιβεβαιώσιμο με χρονικά σφραγισμένα πλάνα ασφαλείας.
Λεξικό Δέντρο
confirmable
confirm



























