confined
con
kən
kēn
fined
ˈfaɪnd
faind
confusedconfirmedcombinedcontained

Ορισμός και σημασία του "confined"στα αγγλικά

01

περιορισμένος, περιωρισμένος

restricted or limited in space, area, or movement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confined
συγκριτικός βαθμός
more confined
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dog was confined to the backyard because of the broken fence. 

Ο σκύλος ήταν περιορισμένος στην πίσω αυλή λόγω του σπασμένου φράχτη.

02

περιορισμένος, εγκλωβισμένος

not invading healthy tissue 
03

περιορισμένος, σε αιχμαλωσία

being in captivity 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store