Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confined
01
περιορισμένος, περιωρισμένος
restricted or limited in space, area, or movement
Παραδείγματα
The plant's growth was confined by the size of its pot.
Η ανάπτυξη του φυτού ήταν περιορισμένη από το μέγεθος της γλάστρας του.
02
περιορισμένος, εγκλωβισμένος
not invading healthy tissue
03
περιορισμένος, σε αιχμαλωσία
being in captivity
Λεξικό Δέντρο
unconfined
confined
confine



























