Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demonstrable
01
αποδεικτός, εμφανής
clearly and easily understood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demonstrable
συγκριτικός βαθμός
more demonstrable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The evidence for his claims is demonstrable, making it easy for anyone to verify the facts.
Τα στοιχεία για τους ισχυρισμούς του είναι αποδεικτικά, κάνοντας εύκολο για οποιονδήποτε να επαληθεύσει τα γεγονότα.
Παραδείγματα
The engineer ’s design is demonstrable, with all calculations and models proving its feasibility.
Ο σχεδιασμός του μηχανικού είναι αποδεικτός, με όλους τους υπολογισμούς και τα μοντέλα να αποδεικνύουν τη σκοπιμότητά του.
Λεξικό Δέντρο
demonstrability
demonstrably
demonstrable
demonstr



























