Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to delete
01
διαγράφω, αφαιρώ
to remove a piece of data from a computer or smartphone
Transitive: to delete digital data
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
delete
γ΄ ενικό πρόσωπο
deletes
ενεστώτα μετοχή
deleting
απλός αόριστος
deleted
παθητική μετοχή
deleted
Παραδείγματα
She decided to delete the old files from her computer to free up space.
Αποφάσισε να διαγράψει τα παλιά αρχεία από τον υπολογιστή της για να ελευθερώσει χώρο.
02
διαγράφω, αφαιρώ
to remove something, such as words from a text or unnecessary elements from a plan
Transitive: to delete a part of a text
Παραδείγματα
The editor decided to delete the unnecessary paragraphs from the article.
Ο συντάκτης αποφάσισε να διαγράψει τις περιττές παραγράφους από το άρθρο.
2.1
διαγράφω, αφαιρώ
to remove a product from the list of items available for sale
Transitive: to delete a product
Παραδείγματα
The bookstore had to delete some older editions from their inventory.
Το βιβλιοπωλείο έπρεπε να διαγράψει μερικές παλιότερες εκδόσεις από το απόθεμά του.
Λεξικό Δέντρο
deletion
delete



























