Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defy
01
αψηφώ, προκαλώ
to refuse to respect a person of authority or to observe a law, rule, etc.
Transitive: to defy a law or authority
Παραδείγματα
The activists are defying the government's attempt to suppress freedom of speech.
Οι ακτιβιστές αψηφούν την προσπάθεια της κυβέρνησης να καταστείλει την ελευθερία του λόγου.
02
προκαλώ, καθιστώ αδύνατο
to make something extremely difficult or nearly impossible to achieve, understand, or accomplish
Transitive: to defy sth
Παραδείγματα
The company 's financial problems defy easy solutions, requiring complex restructuring.
Τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας αψηφούν εύκολες λύσεις, απαιτώντας πολύπλοκη αναδιάρθρωση.
03
προκαλώ, αψηφώ
to dare someone to do or prove something
Ditransitive: to defy sb to do sth
Παραδείγματα
She defied the skeptics to prove her idea could work.
Αψήφησε τους σκεπτικιστές για να αποδείξει ότι η ιδέα της θα μπορούσε να λειτουργήσει.
Λεξικό Δέντρο
defiance
defiant
defy



























