Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defy
01
αψηφώ, προκαλώ
to refuse to respect a person of authority or to observe a law, rule, etc.
Transitive: to defy a law or authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defy
γ΄ ενικό πρόσωπο
defies
ενεστώτα μετοχή
defying
απλός αόριστος
defied
παθητική μετοχή
defied
Παραδείγματα
The rebellious teenager decided to defy the instructions given by their parents.
Το επαναστατικό έφηβο αποφάσισε να αψηφήσει τις οδηγίες που δόθηκαν από τους γονείς τους.
02
προκαλώ, καθιστώ αδύνατο
to make something extremely difficult or nearly impossible to achieve, understand, or accomplish
Transitive: to defy sth
Παραδείγματα
The sheer size of the mountain defies any attempt to climb it without proper equipment.
Το τεράστιο μέγεθος του βουνού προκαλεί κάθε προσπάθεια ανάβασης χωρίς τον κατάλληλο εξοπλισμό.
03
προκαλώ, αψηφώ
to dare someone to do or prove something
Ditransitive: to defy sb to do sth
Παραδείγματα
She defied her opponents to beat her, confident in her skills.
Προκάλεσε τους αντιπάλους της να την νικήσουν, με σιγουριά στις ικανότητές της.
Λεξικό Δέντρο
defiance
defiant
defy



























