Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decussate
01
διασταυρώνω, τέμνω
cross or intersect so as to form a cross
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
decussate
γ΄ ενικό πρόσωπο
decussates
ενεστώτα μετοχή
decussating
απλός αόριστος
decussated
παθητική μετοχή
decussated
decussate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decussate
συγκριτικός βαθμός
more decussate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The plant has decussate leaves along its stem.
Το φυτό έχει απέναντι φύλλα κατά μήκος του στελέχους του.
02
δεκασσός, διατεταγμένα σε ζεύγη απέναντι σε γωνία
(of leaves or shoots) arranged in pairs across from one another at an angle
Παραδείγματα
The plant's decussate leaves formed a symmetrical pattern along the stem.
Τα απέναντι φυλλαράκια του φυτού σχημάτισαν ένα συμμετρικό μοτίβο κατά μήκος του στελέχους.
Λεξικό Δέντρο
decussation
decussate



























