to decussate
de
di
cu
ˈkʌ
ka
ssate
seɪt
seit

Ορισμός και σημασία του "decussate"στα αγγλικά

to decussate
01

διασταυρώνω, τέμνω

cross or intersect so as to form a cross 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
decussate
γ΄ ενικό πρόσωπο
decussates
ενεστώτα μετοχή
decussating
απλός αόριστος
decussated
παθητική μετοχή
decussated
01

διασταυρωμένος, διατεταγμένος σε σχήμα Χ

arranged in an X-shaped or crossed pattern 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decussate
συγκριτικός βαθμός
more decussate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The plant has decussate leaves along its stem. 

Το φυτό έχει απέναντι φύλλα κατά μήκος του στελέχους του.

02

δεκασσός, διατεταγμένα σε ζεύγη απέναντι σε γωνία

(of leaves or shoots) arranged in pairs across from one another at an angle 
Παραδείγματα
The plant's decussate leaves formed a symmetrical pattern along the stem. 

Τα απέναντι φυλλαράκια του φυτού σχημάτισαν ένα συμμετρικό μοτίβο κατά μήκος του στελέχους.

Λεξικό Δέντρο

decussation
decussate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store