Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intersect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
intersect
γ΄ ενικό πρόσωπο
intersects
ενεστώτα μετοχή
intersecting
απλός αόριστος
intersected
παθητική μετοχή
intersected
Παραδείγματα
The two roads intersect at the traffic light.
Οι δύο δρόμοι τέμνονται στο φανάρι.
Λεξικό Δέντρο
intersectant
intersecting
intersectionality
intersect



























