Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intersect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
intersect
γ΄ ενικό πρόσωπο
intersects
ενεστώτα μετοχή
intersecting
απλός αόριστος
intersected
παθητική μετοχή
intersected
Παραδείγματα
The paths of the two hikers intersected in the dense forest.
Οι διαδρομές των δύο πεζοπόρων τέμνονταν στο πυκνό δάσος.
Λεξικό Δέντρο
intersectant
intersecting
intersectionality
intersect



























