Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dedicated
01
αφοσιωμένος, αφιερωμένος
fully committed and loyal to a task, cause, or purpose
Παραδείγματα
She showed dedicated leadership in guiding her team to success.
Επέδειξε αφοσιωμένη ηγεσία καθοδηγώντας την ομάδα της προς την επιτυχία.
02
αφιερωμένος, ανατεθειμένος
formally or solemnly set apart for a special, often sacred, purpose
Παραδείγματα
The hall hosts events in a dedicated venue for arts.
Η αίθουσα φιλοξενεί εκδηλώσεις σε έναν αφιερωμένο χώρο για τις τέχνες.
Λεξικό Δέντρο
undedicated
dedicated
dedicate



























