dedicated
de
ˈdɛ
ντε
di
ντι
ca
keɪ
κει
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "dedicated"στα αγγλικά

01

αφοσιωμένος, αφιερωμένος

fully committed and loyal to a task, cause, or purpose 
dedicated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dedicated
συγκριτικός βαθμός
more dedicated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
commitment, behavior, character
Παραδείγματα
She was dedicated to her job, often staying late to ensure projects were completed. 

Ήταν αφοσιωμένη στη δουλειά της, συχνά έμενε αργά για να διασφαλίσει ότι τα έργα ολοκληρώνονταν.

02

αφιερωμένος, ανατεθειμένος

formally or solemnly set apart for a special, often sacred, purpose 
Παραδείγματα
The monument honors soldiers and stands as a dedicated site. 

Το μνημείο τιμά τους στρατιώτες και στέκεται ως αφιερωμένος χώρος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undedicated
dedicated
dedicate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store