decreased
dec
ˈdi:k
dik
reased
ri:sd
risd
deceased

Ορισμός και σημασία του "decreased"στα αγγλικά

01

μειωμένος, ελαττωμένος

made smaller in amount, intensity, or extent 
decreased definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decreased
συγκριτικός βαθμός
more decreased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decreased demand for the product led to a drop in production. 

Η μειωμένη ζήτηση για το προϊόν οδήγησε σε πτώση της παραγωγής.

Λεξικό Δέντρο

decreased
decrease
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store