debile
de
ˈdɛ
de
bile
baɪl
bail
defiledecile

Ορισμός και σημασία του "debile"στα αγγλικά

01

αδύναμος

physically weak, especially due to age, illness, or frailty 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most debile
συγκριτικός βαθμός
more debile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The debile child struggled to lift the basket. 

Το αδύναμο παιδί αγωνίστηκε να σηκώσει το καλάθι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store