debilitating
de
di
bi
ˈbɪ
bi
li
li
ta
teɪ
tei
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "debilitating"στα αγγλικά

debilitating
01

εξασθενίζων, αποδυναμωτικός

impairing the strength and vitality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most debilitating
συγκριτικός βαθμός
more debilitating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, effect, condition

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

debilitating
debilitate
ability
able
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store