debilitating
Pronunciation
/dəˈbɪɫəˌteɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "debilitating"στα αγγλικά

debilitating
01

εξασθενίζων, αποδυναμωτικός

impairing the strength and vitality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most debilitating
συγκριτικός βαθμός
more debilitating
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

debilitating
debilitate
ability
able
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store