Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deafen
01
κουφαίνω, προκαλώ απώλεια ακοής
to cause a temporary or permanent loss of hearing
Transitive: to deafen sb
Παραδείγματα
The explosion was so loud that it threatened to deafen those nearby.
Η έκρηξη ήταν τόσο δυνατή που απειλούσε να κουφάσει όσους βρίσκονταν κοντά.
02
κουφαίνω, ηχομονώνω
to make a space or area soundproof
Transitive: to deafen a space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deafen
γ΄ ενικό πρόσωπο
deafens
ενεστώτα μετοχή
deafening
απλός αόριστος
deafened
παθητική μετοχή
deafened
Παραδείγματα
The walls of the recording studio were deafened to keep out external noise.
Οι τοίχοι του στούντιο ηχογράφησης ήταν ηχομονωμένοι για να μην ακούγεται ο εξωτερικός θόρυβος.
03
κουφώνω, καθιστώ κουφό
to overwhelm someone with a loud noise, making it hard for them to hear or concentrate
Transitive: to deafen sb
Παραδείγματα
The music at the concert was so loud it nearly deafened the crowd.
Η μουσική στη συναυλία ήταν τόσο δυνατή που σχεδόν κουφάθηκε το πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
deafened
deafening
deafen
deaf



























