Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deaf-aid
01
ακουστικό βαρηκοΐας, συσκευή ακοής
an electronic device that amplifies sound and is worn to compensate for poor hearing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
deaf-aids
LanGeek



























