Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dare
01
τολμώ, ρισκάρω
to have the courage to venture or try something new or risky
Transitive: to dare a new or risky action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dare
γ΄ ενικό πρόσωπο
dares
ενεστώτα μετοχή
daring
απλός αόριστος
dared
παθητική μετοχή
dared
Παραδείγματα
The chef dared a bold fusion of flavors in the traditional recipe.
Ο σεφ τόλμησε μια τολμηρή σύντηξη γευστικών αποχρώσεων στην παραδοσιακή συνταγή.
02
τολμώ
to have the courage or audacity to try or do something challenging or risky
Transitive: to dare to do sth
Intransitive
Παραδείγματα
She dared to speak up against the injustice, even when others remained silent.
Εκείνη τόλμησε να μιλήσει ενάντια στην αδικία, ακόμα και όταν οι άλλοι έμειναν σιωπηλοί.
03
προκαλώ, τολμώ
to challenge someone to do something difficult, embarrassing, or risky
Ditransitive: to dare sb to do sth
Παραδείγματα
I dare you to climb to the top of that tree and touch the highest branch.
Σε προκαλώ να ανέβεις στην κορυφή αυτού του δέντρου και να αγγίξεις το ψηλότερο κλαδί.
Dare
01
πρόκληση, προκλητική ενέργεια
a challenge to do something risky, bold, or foolhardy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dares
Παραδείγματα
He accepted the dare to jump off the high diving board.
Αποδέχτηκε την πρόκληση να πηδήξει από το ψηλό βατήρα.



























