dapper
da
ˈdæ
pper
dipperdamper

Ορισμός και σημασία του "dapper"στα αγγλικά

01

κομψός, περιποιημένος

(typically of a man) stylish and neat in appearance, often characterized by well-groomed attire and attention to detail 
dapper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dapperest
συγκριτικός βαθμός
dapperer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He looked incredibly dapper in his tailored suit and polished shoes. 

Φαινόταν απίστευτα κομψός στο ραμμένο στο μέτρο κοστούμι του και τα γυαλισμένα παπούτσια του.

Λεξικό Δέντρο

dapperness
dapper
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store