dappled
dappled
'dæpəld
dāpēld

Ορισμός και σημασία του "dappled"στα αγγλικά

01

στικτός, κηλιδωτός

marked with spots or patches of color or light, often creating a varied or mottled appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dappled
συγκριτικός βαθμός
more dappled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, pattern, light
Παραδείγματα
She admired the dappled pattern on the horse's coat. 

Θαύμασε το στικτό σχέδιο στο τρίχωμα του αλόγου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dappled
dapple
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store