Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cunning
01
πανούργος, πονηρός
able to achieve what one wants through sly or underhanded means
Παραδείγματα
The cunning fox devised a plan to sneak into the henhouse and steal the eggs without being detected.
Η πανούργα αλεπού σκέφτηκε ένα σχέδιο για να μπει κρυφά στο κοτέτσι και να κλέψει τα αυγά χωρίς να ανακαλυφθεί.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cunning
συγκριτικός βαθμός
more cunning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She came up with a cunning plan to solve the puzzle.
Σκέφτηκε ένα πονηρό σχέδιο για να λύσει το παζλ.
03
χαριτωμένος, γοητευτικός
attractive especially by means of smallness or prettiness or quaintness
Cunning
01
πανουργία, πανούργημα
crafty artfulness (especially in deception)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
πανουργία, πονηριά
shrewdness as demonstrated by being skilled in deception
Λεξικό Δέντρο
cunningly
cunning
cunn



























