cumwipe
cum
ˈkʌm
kam
wipe
waɪp
vaip

Ορισμός και σημασία του "cumwipe"στα αγγλικά

01

άχρηστο άτομο, απορρίψιμο άτομο

a worthless or disposable person 
cumwipe definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cumwipes
Παραδείγματα
The cumwipe intern got stuck with all the worst tasks. 

Ο πρακτορικός άχρηστος κόλλησε με όλες τις χειρότερες εργασίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store