Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cunt
01
πουτάνα, σκύλα
a woman who is nasty or contemptible
Dialect
American
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He called his ex a stupid cunt after she took half his money.
Αποκάλεσε την πρώην του μια ηλίθια πουτάνα αφού πήρε τα μισά χρήματά του.
02
μαλάκας, πάλιο
an unpleasant, objectionable, or despicable person
Dialect
British
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The boss is a complete cunt for making us work weekends again.
Το αφεντικό είναι ένας ολοκληρωμένος μαλάκας που μας κάνει να δουλεύουμε τα Σαββατοκύριακα ξανά.
03
μουνί, κόλπος
the female genitals, specifically the vulva or vagina
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cunts
Παραδείγματα
He got kicked in the balls and she joked that her cunt hurt in sympathy.
Τον κλώτσησαν στα αρχίδια και αυτή αστειεύτηκε ότι η μουνί της πονούσε από συμπάθεια.
04
τύπος, φίλος
(Australian and New Zealand) a term for a man that can be affectionate or approving when used with a positive adjective
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He's a good cunt – always helps out when you need him.
Είναι ένας καλός cunt – βοηθά πάντα όταν τον χρειάζεσαι.



























