Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crusty
01
τραγανός, με κρούστα
(of food) having a hard or crisp covering or outer layer
Παραδείγματα
The pie had a golden-brown, crusty pastry that complemented the sweet filling.
Η πίτα είχε μια χρυσό-καφέ, τραγανή ζύμη που συμπλήρωνε τη γλυκιά γέμιση.
02
ευέξαπτος, απότομος
(of a person) having an irritable or blunt manner
Παραδείγματα
As he grew older, he became more crusty, snapping at anyone who annoyed him.
Καθώς γερνούσε, έγινε πιο στριφνός, γκρινιάζοντας σε όποιον τον ενοχλούσε.
03
βρώμικος, αηδιαστικός
unkempt, dirty, or unattractive in a gross way
Παραδείγματα
After the hike, everyone was sweaty and a bit crusty.
Μετά την πεζοπορία, όλοι ήταν ιδρωμένοι και λίγο βρόμικοι.
Crusty
Λεξικό Δέντρο
crusty
crust



























