Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vagabond
01
αλήτης, νομάς
a wanderer who has no settled place to live and travels from place to place
Παραδείγματα
They referred to him as a vagabond, someone who rejected conventional life.
Τον αποκάλεσαν αλήτη, κάποιον που απορρίπτει τη συμβατική ζωή.
02
αλήτης, νομάς
anything that resembles a vagabond in having no fixed place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vagabonds
to vagabond
01
περιφέρομαι, περιπλανιέμαι
move about aimlessly or without any destination, often in search of food or employment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
vagabond
γ΄ ενικό πρόσωπο
vagabonds
ενεστώτα μετοχή
vagabonding
απλός αόριστος
vagabonded
παθητική μετοχή
vagabonded
vagabond
01
περιπλανώμενος, νομαδικός
continually changing especially as from one abode or occupation to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vagabond
συγκριτικός βαθμός
more vagabond
διαβαθμίσιμο
02
περιπλανώμενος, αλήτης
wandering aimlessly without ties to a place or community
Λεξικό Δέντρο
vagabondage
vagabond



























