Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crwth
01
crwth, ουαλικό ιστορικό έγχορδο όργανο
a historical, bowed musical instrument from Wales, characterized by its boxy shape, multiple strings, and unique playing technique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crwths
LanGeek



























