cruelly
crue
ˈkru:ə
krooē
lly
li
li
cruelty

Ορισμός και σημασία του "cruelly"στα αγγλικά

01

απάνθρωπα

in a deliberately hurtful or unkind way 
cruelly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The captain cruelly punished the sailors for the smallest mistakes. 

Ο καπετάνιος τιμώρησε απάνθρωπα τους ναύτες για τα μικρότερα λάθη.

1.1

σκληρά, αδίστακτα

in a way that causes pain, suffering, or disappointment 
Παραδείγματα
Their dreams of victory were cruelly shattered in the final minutes of the match. 

Τα όνειρά τους για νίκη απάνθρωπα καταστράφηκαν στα τελευταία λεπτά του αγώνα.

Λεξικό Δέντρο

cruelly
cruel
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store