Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cruelly
01
απάνθρωπα
in a deliberately hurtful or unkind way
Παραδείγματα
The prison guards cruelly denied them food and water.
Οι φύλακες της φυλακής τους απονήρυψαν τροφή και νερό.
1.1
σκληρά, αδίστακτα
in a way that causes pain, suffering, or disappointment
Παραδείγματα
Life had cruelly taken both his parents before he turned twenty.
Η ζωή είχε απάνθρωπα πάρει και τους δύο γονείς του πριν γίνει είκοσι ετών.



























