crankshaft
crank
ˈkrænk
krānk
shaft
ʃɑ:ft
shaaft

Ορισμός και σημασία του "crankshaft"στα αγγλικά

01

στροφαλοφόρος άξονας, άξονας μανιβέλας

a shaft that converts the up and down motion of the pistons into rotational motion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crankshafts
Παραδείγματα
The crankshaft was damaged and needed replacement. 

Ο στροφαλοφόρος άξονας ήταν κατεστραμμένος και χρειαζόταν αντικατάσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

crankshaft

crank

+

shaft

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store