Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Covenant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
covenants
Παραδείγματα
The two countries signed a covenant to promote peace and cooperation.
Οι δύο χώρες υπέγραψαν μια συμφωνία για την προώθηση της ειρήνης και της συνεργασίας.
02
διαθήκη, συμφωνία
(Bible) an agreement between God and his people in which God makes certain promises and requires certain behavior from them in return
to covenant
01
συμφωνώ, δεσμεύομαι συμβατικά
to legally agree or to promise to do or give something to someone, particularly to make regular payments to a person or organization
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
covenant
γ΄ ενικό πρόσωπο
covenants
ενεστώτα μετοχή
covenanting
απλός αόριστος
covenanted
παθητική μετοχή
covenanted
Παραδείγματα
They covenanted to support the scholarship fund with annual contributions.
Συμφώνησαν να υποστηρίξουν το ταμείο υποτροφιών με ετήσιες εισφορές.
02
συνάπτω συμφωνία, κάνω συμβόλαιο
enter into a covenant



























