Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corset
01
κορσές, ζωνάρι
a tightly fitted women's undergarment designed to shape and support the torso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corsets
Παραδείγματα
She wore a corset under her gown to create an hourglass figure.
Φορούσε ένα κορσέ κάτω από το φόρεμά της για να δημιουργήσει μια κορμοσταθμισμένη σιλουέτα.
to corset
01
φορώ κορσέ, σφίγγω με κορσέ
dress with a corset
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
corset
γ΄ ενικό πρόσωπο
corsets
ενεστώτα μετοχή
corseting
απλός αόριστος
corseted
παθητική μετοχή
corseted



























