corset
cor
ˈkɔ:
kaw
set
sɪt
sit
cossetcorsletcorseletcornet

Ορισμός και σημασία του "corset"στα αγγλικά

01

κορσές, ζωνάρι

a tightly fitted women's undergarment designed to shape and support the torso 
corset definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corsets
Παραδείγματα
She wore a corset under her gown to create an hourglass figure. 

Φορούσε ένα κορσέ κάτω από το φόρεμά της για να δημιουργήσει μια κορμοσταθμισμένη σιλουέτα.

to corset
01

φορώ κορσέ, σφίγγω με κορσέ

dress with a corset 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
corset
γ΄ ενικό πρόσωπο
corsets
ενεστώτα μετοχή
corseting
απλός αόριστος
corseted
παθητική μετοχή
corseted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store