Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corsage
01
μπουκέτο
an arrangement of flowers that is usually given as a present
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corsages
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μπουκέτο