corticotropin
cor
kɔ:
kaw
ti
ti
cot
ˈkəʊt
kewt
ro
rəʊ
rew
pin
pɪn
pin
corticotrophin

Ορισμός και σημασία του "corticotropin"στα αγγλικά

01

κορτικοτροπίνη, ορμόνη που διεγείρει την απελευθέρωση κορτιζόλης από τα επινεφρίδια

a hormone that stimulates the release of cortisol from the adrenal glands 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store