Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corruptness
01
διαφθορά, ανεντιμότητα
lack of integrity or honesty (especially susceptibility to bribery); use of a position of trust for dishonest gain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corruptnesses
02
διαφθορά, εκφυλισμός
the state of being corrupt
Λεξικό Δέντρο
incorruptness
corruptness
corrupt



























