Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to corroborate
01
επιβεβαιώνω, υποστηρίζω
to provide supporting evidence for a theory, statement, etc.
Transitive: to corroborate a theory or statement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
corroborate
γ΄ ενικό πρόσωπο
corroborates
ενεστώτα μετοχή
corroborating
απλός αόριστος
corroborated
παθητική μετοχή
corroborated
Παραδείγματα
DNA evidence corroborated the suspect's involvement in the burglary.
Τα στοιχεία DNA επιβεβαίωσαν την εμπλοκή του υπόπτου στην διάρρηξη.
Λεξικό Δέντρο
corroboration
corroborative
corroboratory
corroborate
corrobor



























