Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corroboration
01
επιβεβαίωση, καταφατική απόδειξη
solid proof or evidence that supports a theory or statement
Παραδείγματα
Bank records served as corroboration for the defendant's claim of financial transactions.
Οι τραπεζικές καταγραφές χρησίμευσαν ως επιβεβαίωση για τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές.
Λεξικό Δέντρο
corroboration
corroborate
corrobor



























