corroboration
co
κα
rro
ˌrɒ
ρο
bo
μπα
ra
ˈreɪ
ρει
tion
ʃən
σαν
pronunciationtranslocationpremeditationorchestration

Ορισμός και σημασία του "corroboration"στα αγγλικά

01

επιβεβαίωση, καταφατική απόδειξη

solid proof or evidence that supports a theory or statement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
corroborations
Παραδείγματα
Multiple sources offered corroboration for the claims made in the report. 

Πολλές πηγές προσέφεραν επιβεβαίωση για τους ισχυρισμούς που έγιναν στην έκθεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

corroboration
corroborate
corrobor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store