corroboration
Pronunciation
/kɝˌɔbɝˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "corroboration"στα αγγλικά

01

επιβεβαίωση, καταφατική απόδειξη

solid proof or evidence that supports a theory or statement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corroborations
Παραδείγματα
Bank records served as corroboration for the defendant's claim of financial transactions.
Οι τραπεζικές καταγραφές χρησίμευσαν ως επιβεβαίωση για τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές.

Λεξικό Δέντρο

corroboration
corroborate
corrobor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store