Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contested
01
αμφισβητούμενος, αντιμαχόμενος
referring to disagreements or competitions over something, resulting in disputes or challenges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contested
συγκριτικός βαθμός
more contested
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decision to implement the new policy was highly contested among the members of the board.
Η απόφαση να εφαρμοστεί η νέα πολιτική αμφισβητήθηκε έντονα μεταξύ των μελών του διοικητικού συμβουλίου.
Λεξικό Δέντρο
uncontested
contested
contest



























