Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conical
01
κωνικός, σε σχήμα κώνου
resembling a cone in shape
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most conical
συγκριτικός βαθμός
more conical
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geometry, shape, objects
Παραδείγματα
The conical party hat perched atop his head, adding a festive touch to the celebration.
Το κωνικό πάρτι καπέλο που κάθισε πάνω στο κεφάλι του, προσθέτοντας μια εορταστική πινελιά στην γιορτή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
conically
conical
conic



























