conical
co
ˈkɒ
ko
ni
ni
cal
kəl
kēl
cynicalcomical

Ορισμός και σημασία του "conical"στα αγγλικά

01

κωνικός, σε σχήμα κώνου

resembling a cone in shape 
conical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most conical
συγκριτικός βαθμός
more conical
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geometry, shape, objects
Παραδείγματα
The conical party hat perched atop his head, adding a festive touch to the celebration. 

Το κωνικό πάρτι καπέλο που κάθισε πάνω στο κεφάλι του, προσθέτοντας μια εορταστική πινελιά στην γιορτή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

conically
conical
conic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store