conjectural
con
kən
kēn
jec
ˈʤɛk
jek
tu
ʧə
chē
ral
rəl
rēl

Ορισμός και σημασία του "conjectural"στα αγγλικά

conjectural
01

εικαστικός, υποθετικός

primarily based on pure guess-work rather than definite knowledge 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conjectural
συγκριτικός βαθμός
more conjectural
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His theory about the lost civilization remains conjectural due to a lack of evidence. 

Η θεωρία του για τον χαμένο πολιτισμό παραμένει εικαστική λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.

Λεξικό Δέντρο

conjecturally
conjectural
conjecture
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store