to confute
con
kən
kēn
fute
ˈfju:t
fyoot
confuse

Ορισμός και σημασία του "confute"στα αγγλικά

to confute
01

αναιρώ, διαψεύδω

to prove something or someone wrong or false through evidence or argumentation 
Transitive: to confute a claim or belief
to confute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confute
γ΄ ενικό πρόσωπο
confutes
ενεστώτα μετοχή
confuting
απλός αόριστος
confuted
παθητική μετοχή
confuted
Παραδείγματα
The scientist confuted the flawed hypothesis with rigorous experimentation. 

Ο επιστήμονας ανέτρεψε την εσφαλμένη υπόθεση με αυστηρή πειραματική διαδικασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

confutable
confutative
confuter
confute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store