to congeal
con
kən
kēn
geal
ˈʤi:l
jil
conceal

Ορισμός και σημασία του "congeal"στα αγγλικά

to congeal
01

πήζω, στερεοποιούμαι

to change from a fluid or soft state into a thickened or semi-solid form 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
congeal
γ΄ ενικό πρόσωπο
congeals
ενεστώτα μετοχή
congealing
απλός αόριστος
congealed
παθητική μετοχή
congealed
Παραδείγματα
The soup began to congeal as it sat on the counter. 

Η σούπα άρχισε να πήζει καθώς ήταν στο πάγκο.

02

συγκεκριμενοποιούμαι, παίρνω μορφή

(of ideas, feelings, or groups) to take definite form 
Παραδείγματα
Over time, the team's plan congealed into a clear strategy. 

Με το πέρασμα του χρόνου, το σχέδιο της ομάδας πάγωσε σε μια σαφή στρατηγική.

Λεξικό Δέντρο

congealed
congealment
congeal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store