Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to congeal
01
πήζω, στερεοποιούμαι
to change from a fluid or soft state into a thickened or semi-solid form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
congeal
γ΄ ενικό πρόσωπο
congeals
ενεστώτα μετοχή
congealing
απλός αόριστος
congealed
παθητική μετοχή
congealed
Παραδείγματα
The fat in the pan congealed, making cleanup harder.
Το λίπος στο τηγάνι πήξε, κάνοντας το καθάρισμα πιο δύσκολο.
02
συγκεκριμενοποιούμαι, παίρνω μορφή
(of ideas, feelings, or groups) to take definite form
Παραδείγματα
His feelings of resentment congealed into a lasting grudge.
Τα συναισθήματα δυσαρέσκειάς του πάγωσαν σε μια διαρκή μνησικακία.
Λεξικό Δέντρο
congealed
congealment
congeal



























