confusing
con
kən
kēn
fu
ˈfju:
fyoo
sing
zɪng
zing
confiningconfiding

Ορισμός και σημασία του "confusing"στα αγγλικά

01

μπερδεμένος, ασαφής

not clear or easily understood 
confusing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confusing
συγκριτικός βαθμός
more confusing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instructions for assembling the furniture were confusing and led to several mistakes. 

Οι οδηγίες για τη συναρμολόγηση των επίπλων ήταν μπερδεμένες και οδήγησαν σε πολλά λάθη.

Λεξικό Δέντρο

confusingly
confusing
confuse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store