Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conformist
01
κομφορμιστής, ακόλουθος
a person who goes along with majority opinions, religious norms, and cultural conventions without critical questioning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conformists
Παραδείγματα
The student was labeled a conformist for always agreeing with the teacher without offering their own analysis or critique.
Ο μαθητής χαρακτηρίστηκε συμβατικός επειδή συμφωνούσε πάντα με τον δάσκαλο χωρίς να προσφέρει τη δική του ανάλυση ή κριτική.
conformist
01
συμμορφούμενος, που ακολουθεί τα πρότυπα
inclined to follow societal norms rather than challenge or deviate from them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conformist
συγκριτικός βαθμός
more conformist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her conformist fashion sense mirrored the trends of the moment.
Η συμμορφωτική αίσθηση μόδας της αντικατόπτριζε τις τάσεις της στιγμής.
Λεξικό Δέντρο
nonconformist
conformist
conform



























