conformist
con
kən
καν
for
ˈfɔ:
φο
mist
mɪst
μιστ
reformist

Ορισμός και σημασία του "conformist"στα αγγλικά

01

κομφορμιστής, ακόλουθος

a person who goes along with majority opinions, religious norms, and cultural conventions without critical questioning 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
conformists
Παραδείγματα
The student was labeled a conformist for always agreeing with the teacher without offering their own analysis or critique. 

Ο μαθητής χαρακτηρίστηκε συμβατικός επειδή συμφωνούσε πάντα με τον δάσκαλο χωρίς να προσφέρει τη δική του ανάλυση ή κριτική.

conformist
01

συμμορφούμενος, που ακολουθεί τα πρότυπα

inclined to follow societal norms rather than challenge or deviate from them 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conformist
συγκριτικός βαθμός
more conformist
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, society, psychology
Παραδείγματα
Her conformist fashion sense mirrored the trends of the moment. 

Η συμμορφωτική αίσθηση μόδας της αντικατόπτριζε τις τάσεις της στιγμής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nonconformist
conformist
conform
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store