Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conflicting
01
αντιφατικός, διαφορετικός
showing opposing ideas or opinions that do not agree, causing confusion or disagreement
Παραδείγματα
The research findings from different studies were conflicting, requiring further investigation to reconcile the discrepancies.
Τα ευρήματα της έρευνας από διαφορετικές μελέτες ήταν αντιφατικά, απαιτώντας περαιτέρω διερεύνηση για την επίλυση των αποκλίσεων.
02
σε σύγκρουση, σε διαφωνία
on bad terms
Λεξικό Δέντρο
conflicting
conflict



























