conflate
conf
ˈkənf
κανφ
late
leɪt
λειτ
/kənflˈe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "conflate"στα αγγλικά

to conflate
01

συγχωνεύω, συνδυάζω

to bring ideas, texts, things, etc. together and create something new
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conflate
γ΄ ενικό πρόσωπο
conflates
ενεστώτα μετοχή
conflating
απλός αόριστος
conflated
παθητική μετοχή
conflated
Παραδείγματα
The new policy conflates several existing regulations into a more streamlined framework.
Η νέα πολιτική συνενώνει αρκετούς υπάρχοντες κανονισμούς σε ένα πιο απλοποιημένο πλαίσιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store