Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conflate
01
συγχωνεύω, συνδυάζω
to bring ideas, texts, things, etc. together and create something new
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conflate
γ΄ ενικό πρόσωπο
conflates
ενεστώτα μετοχή
conflating
απλός αόριστος
conflated
παθητική μετοχή
conflated
Παραδείγματα
The new policy conflates several existing regulations into a more streamlined framework.
Η νέα πολιτική συνενώνει αρκετούς υπάρχοντες κανονισμούς σε ένα πιο απλοποιημένο πλαίσιο.



























