to conflate
conf
ˈkənf
kēnf
late
leɪt
leit
consulatecopulate

Ορισμός και σημασία του "conflate"στα αγγλικά

to conflate
01

συγχωνεύω, συνδυάζω

to bring ideas, texts, things, etc. together and create something new 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conflate
γ΄ ενικό πρόσωπο
conflates
ενεστώτα μετοχή
conflating
απλός αόριστος
conflated
παθητική μετοχή
conflated
Παραδείγματα
The writer decided to conflate elements from different myths to create a unique fantasy novel. 

Ο συγγραφέας αποφάσισε να συνδυάσει στοιχεία από διαφορετικούς μύθους για να δημιουργήσει ένα μοναδικό μυθιστόρημα φαντασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store